σύμπαν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σύμπαν | τα | σύμπαντα |
| γενική | του | σύμπαντος | των | συμπάντων |
| αιτιατική | το | σύμπαν | τα | σύμπαντα |
| κλητική | σύμπαν | σύμπαντα | ||
| Κατηγορία όπως «μέλλον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύμπαν < αρχαία ελληνική σύμπαν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σύμπας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σύμπαν ουδέτερο
- ολόκληρος ο κόσμος, το διάστημα και τα ουράνια σώματα
- ※ Η μάνα. Η μάνα-σύμπαν. Το στρώμα έχει βουλιάξει ελαφρά απ' το βάρος της. Το στρώμα είναι που την κρατάει στη θέση της, όπως στρεβλώνεται και καμπυλώνει γύρω απ' το κορμί. (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- λόγιο: σύμπας κόσμος
Συγγενικά
[επεξεργασία]- συμπαντικός
- συμπαντογένεση
- συμπαντολογία
- σύμπας
- → δείτε τις λέξεις συν και πας