πολυτραυματίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυτραυματίας < ελληνογενής ξένος όρος < γαλλική polytraumatisé < πολύ + τραυματίας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυτραυματίας αρσενικό ή θηλυκό

  • (ιατρική) τραυματίας που έχει τραύματα τα οποία απαιτούν επέμβαση από γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]