ποσοδείκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποσοδείκτης < (απόδοση) αγγλική quantifier[1]. Αναλύεται σε ποσο- < ποσό + δείκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποσοδείκτης αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) λέξη που εκφράζει ποσότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ποσοτικός προσδιορισμός, όπως οι λέξεις: πολλά, λίγα, δέκα
  2. (λογική, θεωρία συνόλων) ένα από τα δύο σύμβολα, τα οποία δηλώνουν ποσότητα, όπως ο υπαρκτικός ποσοδείκτης (∃) και ο καθολικός ποσοδείκτης (∀)[2]
  3. (πληροφορική) είναι ένα από τα σύμβολα που δηλώνουν το πλήθος των χαρακτήρων προς αναζήτηση (ταίριασμα) σε μια συμβολοσειρά[3]
    Δείτε: ποσοδείκτες κανονικών εκφράσεων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Μαθηματική Λογική, σελ. 3. Πρόσβαση:2020-02-28
  3. «Εισαγωγή στα λειτουργικά συστήματα», σελ. 125-129 από kallipos.gr. Πρόσβαση:2019-09-26