πουρμπουάρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουρμπουάρ < από το γαλλικό pourboire < pour (για) + boire (πίνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουρμπουάρ ουδέτερο άκλιτο

  1. το φιλοδώρημα, επιπλέον χρηματικό ποσό, συνήθως μικρό, που δίνουμε σε κάποιον που μας εξυπηρετεί ή περιποιείται
    θα παίρνεις το βασικό μισθό και ό,τι βγάζεις από τα πουρμπουάρ
    αυτός ο τσιφούτης δεν αφήνει ποτέ πουρμπουάρ
  2. (μεταφορικά) η δωροδοκία, ο χρηματισμός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]