ρευματολήπτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρευματολήπτης ρευματολήπτες
γενική ρευματολήπτη ρευματοληπτών
αιτιατική ρευματολήπτη ρευματολήπτες
κλητική ρευματολήπτη ρευματολήπτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρευματολήπτης < ρεύμα και λαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρευματολήπτης αρσενικό

  1. το εξάρτημα στο τέλος του καλωδίου μιας συσκευής, το οποίο εισάγεται στην παροχή ρεύματος (την πρίζα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]