ροδακινιά

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

ανθισμένη ροδακινιά
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ροδακινιά ροδακινιές
γενική ροδακινιάς ροδακινιών
αιτιατική ροδακινιά ροδακινιές
κλητική ροδακινιά ροδακινιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

ροδακινιά < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ροδακινιά θηλυκό

(βοτανική) φυλλοβόλο οπωροφόρο δέντρο (λατινικό όνομα Prunus persica) με λογχοειδή φύλλα και λευκά, ροζ ή κόκκινα άνθη, από το οποίο προέρχεται το φρούτο ροδάκινο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]