Μετάβαση στο περιεχόμενο

σελτές

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σελτές οι σελτέδες
      γενική του σελτέ των σελτέδων
    αιτιατική τον σελτέ τους σελτέδες
     κλητική σελτέ σελτέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σελτές < (άμεσο δάνειο) τουρκική şilte < περσική چلته (çilta)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σελτές αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]