σκελετά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο σκελετός οι σκελετοί τα σκελετά
      γενική του σκελετού των σκελετών των σκελετών
    αιτιατική τον σκελετό τους σκελετούς τα σκελετά
     κλητική σκελετέ σκελετοί σκελετά
Κατηγορία όπως «δεσμός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκελετά < δεύτερος πληθυντικός του σκελετός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκελετά ουδέτερο στον πληθυντικό

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Διπλόκλιτα, §606 - Τριανταφυλλίδης, Μανόλης (1941) Νεοελληνική γραμματική της δημοτικής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2018 (ανατύπωση με διορθώσεις και επίμετρο - γραφή πολυτονική).