σουβλατζίδικο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σουβλατζίδικο < σουβλατζ(ής) + -ίδικο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σουβλατζίδικο ουδέτερο
- κατάστημα που πουλάει σουβλάκια
- ※ πριν από τρεις μέρες ο Γιάννης ξεκίνησε επιτέλους δουλειά σαν ντελιβεράς σ' ένα σουβλατζίδικο στην Αργυρούπολη (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Ενδέκατο): Κύκνειο Άσμα, 2020 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- (οικείο) (ειρωνικό) σουβλακερί
Συγγενικά
[επεξεργασία]- σουβλατζής
- → δείτε τις λέξεις σουβλάκι και σούβλα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σουβλατζίδικο
|
|