σουβλάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σουβλάκι σουβλάκια
γενική σουβλακιού σουβλακιών
αιτιατική σουβλάκι σουβλάκια
κλητική σουβλάκι σουβλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουβλάκι < μεσαιωνική ελληνική σουβλάκι < σούβλα + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < λατινική subula < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sūdʰlā < *- + *-dʰlā

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουβλάκι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) κομμάτια κρέατος που είναι κομμένα ομοιόμορφα και ψήνονται περασμένα σε ξύλινη («καλαμάκι») ή μεταλλική μικρή σούβλα
  2. (γαστρονομία) (στη νότια Ελλάδα και ιδίως στην Αθήνα) γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που αποτελείται από ειδική πίτα για σουβλάκια, τυλιγμένη, που μέσα μπορεί να περιέχει κρέας από σουβλάκι ή γύρο ή μπιφτέκι και άλλα συμπληρωματικά υλικά (συνήθως ντομάτα, κρεμμύδι και τζατζίκι)
  3. ξύλινο ή μεταλλικό αιχμηρό ραβδάκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]