καλαμάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαμάκι καλαμάκια
γενική
αιτιατική καλαμάκι καλαμάκια
κλητική καλαμάκι καλαμάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καλαμάκι < καλάμι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < μεσαιωνική ελληνική καλάμι(ν) < ελληνιστική κοινή καλάμιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κάλαμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

καλαμάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του καλάμι, μικρό καλάμι
  2. (συνήθως πλαστικός) σωλήνας που χρησιμοποιείται για να ρουφήξουμε υγρό σε μικρές ποσότητες
  3. (ιδιωματικό) ξύλινο λεπτό στέλεχος, μέσα από το οποίο περνιούνται μικρά κομμάτια κρέας για να ψηθούν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σουβλάκι
  4. (ιδιωματικό) (κατ’ επέκταση) το σουβλάκι που αποτελείται μόνο από κομμάτια κρέατος ψημένου
    ένα καλαμάκι με ψωμί
    μία πίτα καλαμάκι και μία με γύρο χωρίς τζατζίκι

32πχ Μεταφράσεις