στρατοκρατία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατοκρατία στρατοκρατίες
γενική στρατοκρατίας στρατοκρατιών
αιτιατική στρατοκρατία στρατοκρατίες
κλητική στρατοκρατία στρατοκρατίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατοκρατία < στρατοκρατούμαι < αρχαία ελληνική στρατός + κρατῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατοκρατία θηλυκό

  1. η παρασκηνιακή ή ολοκληρωτική διακυβέρνηση μιας χώρας από στρατιωτικούς
    Τας πρώτας πρωινάς ώράς της 21ης Απριλίου 1967 μία ολιγομελής ομάς αξιωματικών κατέλυσε το κοινοβουλευτικόν καθεστώς της Ελλάδος εγκαθιδρύζουσα στρατοκρατίαν.
  2. η επικράτηση στρατιωτικών τρόπων σκέψης, νοοτροπίας και στόχων στην πολιτικοκοινωνική ζωή μιας χώρας


Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]