ταλαντωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταλαντωτής ταλαντωτές
γενική ταλαντωτή ταλαντωτών
αιτιατική ταλαντωτή ταλαντωτές
κλητική ταλαντωτή ταλαντωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλαντωτής < ταλαντώνομαι + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική oscillateur)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταλαντωτής αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]