τζαμόπορτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζαμόπορτα τζαμόπορτες
γενική τζαμόπορτας τζαμοπορτών
αιτιατική τζαμόπορτα τζαμόπορτες
κλητική τζαμόπορτα τζαμόπορτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζαμόπορτα < τζάμι (< τουρκική cam < περσική جام: jâm) + -ο- + πόρτα (< ελληνιστική κοινή πόρτα λατινική porta)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dza.ˈmɔ.pɔɾ.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζαμόπορτα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]