Μετάβαση στο περιεχόμενο

τηλεμετάδοση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τηλεμετάδοση οι τηλεμεταδόσεις
      γενική της τηλεμετάδοσης* των τηλεμεταδόσεων
    αιτιατική την τηλεμετάδοση τις τηλεμεταδόσεις
     κλητική τηλεμετάδοση τηλεμεταδόσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, τηλεμεταδόσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τηλεμετάδοση < τηλε- + μετάδοση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τηλεμετάδοση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]