τουρτουρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουρτουρίζω < μεσαιωνική ελληνική τουρτουρίζω < ελληνιστική κοινή ταρταρίζω < αρχαία ελληνική Τάρταρος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τουρτουρίζω

  • (οικείο) τρέμω εξαιτίας του κρύου
    Μόλις τέλειωσε ἡ λειτουργιὰ κι ὁ κόσμος τουρτουρίζοντας ἀπ' τὴν παγωνιὰ ἔτρεχε νὰ χωθῇ στὰ καλύβια του.(*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]