τρελοπαρέα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρελοπαρέα < σύνθετη λέξη < τρελός + παρέα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρελοπαρέα θηλυκό

  1. ανέμελη παρέα ανθρώπων που διασκεδάζουν και χαίρονται, κάνοντας συχνά και "τρέλες"


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]