τρολ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρολ < αγγλική troll < νορβηγική troll < παλαιά νορβηγική trǫll < πρωτογερμανική *truzlą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *derǝ- / *drā- (τρέχω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρολ ουδέτερο άκλιτο

  1. (μυθολογία) υπερφυσικό πλάσμα της Σκανδιναβικής μυθολογίας
  2. (νεολογισμός) (πληροφορική) αυτός που καταχράται ένα δίκτυο συζήτησης στέλνοντας προκλητικά μηνύματα με σκοπό τον εκνευρισμό των μελών του και ατέλειωτες συζητήσεις

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]