τσιμεντοσωλήνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιμεντοσωλήνας τσιμεντοσωλήνες
γενική τσιμεντοσωλήνα τσιμεντοσωλήνων
αιτιατική τσιμεντοσωλήνα τσιμεντοσωλήνες
κλητική τσιμεντοσωλήνα τσιμεντοσωλήνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμεντοσωλήνας < τσιμέντο (< ιταλική cimento / cemento < λατινική caementum < caedo < πρωτοϊταλικά *kaidō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *keh₂id- / *kh₂eyd-: κόβω, λαξεύω) + -ο- + σωλήνας (< αρχαία ελληνική σωλήν)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιμεντοσωλήνας αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]