τσιχλόφουσκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιχλόφουσκα < τσίχλα + φούσκα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιχλόφουσκα θηλυκό

  1. τσίχλα η οποία έχει τα κατάλληλα χαρακτηριστικά ώστε, όταν τη μασήσουμε, να μπορούμε να κάνουμε εύκολα φούσκες
  2. η φούσκα που κάνουμε με τσίχλα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]