Μετάβαση στο περιεχόμενο

φούσκα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φοῦσκα, Φούσκα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φούσκα οι φούσκες
      γενική της φούσκας των (φουσκών)
    αιτιατική τη φούσκα τις φούσκες
     κλητική φούσκα φούσκες
Η γενική πληθυντικού είναι μάλλον σπάνια και
μπορεί να θεωρηθεί αδόκιμη
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γυναίκα που κάνει φούσκα με μια τσίχλα (τσιχλόφουσκα)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φούσκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φούσκα < ελληνιστική κοινή φούσκα < δωρική διάλεκτος φύσκη[1] (αττική διάλεκτος φύσκᾱ), με σημασία «παραγεμισμένο έντερο, φουσκάλα». Το ύψιλον δεν υπέστη ιωτακισμό [u > y > i], αλλά άλλαξε η ορθογραφία της σε ου.[2] Η γραφή με περισπωμένη φοῦσκα (λέξη άλλης σημασίας) δεν δικαιολογείται, διότι το τελικό άλφα ήταν μακρό, όπως αποδεικνύει η εναλλαγή η/α. Νεότερες σημασίες < αγγλική bubble[3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfu.ska/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φούσκα
ομόηχο: Φούσκα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φούσκα θηλυκό

  1. ποσότητα αέρα που περικλείεται από ένα πολύ λεπτό μεμβρανώδες υλικό, κύστη, μπαλόνι, φουσκάλα
    παράδειγμα Μασούσε τσίχλα κι έσκαγε φούσκες.
  2. (μεταφορικά, προφορικό) ό,τι αρχικά παρουσιάζεται ως σημαντικό, αλλά εν τέλει αποδεικνύεται ασήμαντο, υπερτιμημένο ή απατηλό
  3. (λαϊκό) η ουροδόχος κύστη
    παράδειγμα Πάει να σκάσει η φούσκα μου. (πρέπει επειγόντως να ουρήσω)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φούσκα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  2. φούσκα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. φούσκα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα -  δείτε και τη λέξη φοῦσκα