μπαλόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαλόνι τα μπαλόνια
      γενική του μπαλονιού των μπαλονιών
    αιτιατική το μπαλόνι τα μπαλόνια
     κλητική μπαλόνι μπαλόνια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαλόνι < γαλλική ballon

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /baˈlo.ni/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διακοσμητικά μπαλόνια
αερόστατα

μπαλόνι ουδέτερο

  1. ελαστικός και διάφανος (συνήθως) σάκος, διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, που γεμίζει με αέρα ή αέριο και αποκτά διάφορα σχήματα. Χρησιμοποιείται στη διακόσμηση και αρέσει πολύ στα παιδιά
  2. καθετί που μοιάζει να έχει φουσκώσει
  3. το αερόστατο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]