αερόστατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αερόστατο αερόστατα
γενική αεροστάτου
& αερόστατου
αεροστάτων
& αερόστατων
αιτιατική αερόστατο αερόστατα
κλητική αερόστατο αερόστατα
αερόστατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερόστατο < γαλλική aérostat < αέρας + -στατο (< ἵστημι)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1850

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɛ.ˈɾɔ.sta.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αερόστατο ουδέτερο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]