υπερένταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερένταση < υπερ- + ένταση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερένταση θηλυκό

  1. ψυχοσωματική κατάσταση πολύ μεγάλης έντασης που οφείλεται σε υπερδιέγερση του νευρικού συστήματος
    οι πολλοί καφέδες μου φέρνουν υπερένταση και δεν μπορώ να κοιμηθώ
  2. η υπερβολική άνοδος της έντασης σε ένα ηλεκτρικό κύκλωμα/δίκτυο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]