υπεροχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεροχή < αρχαία ελληνική ὑπεροχή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπεροχή θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. το να υπερέχει κάποιος, να είναι καλύτερος από κάποιους άλλους

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]