υπογράφω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπογράφω < αρχαία ελληνική ὑπογράφω < ὑπό + γράφω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπογράφω, πρτ.: υπέγραφα, στ.μέλλ.: θα υπογράψω, αόρ.: υπέγραψα, παθ.φωνή: υπογράφομαι, μτχ.π.π.: υπογεγραμμένος και υπογραμμένος

  1. γράφω ιδιοχείρως το όνομά μου κάτω από ένα έγγραφο ώστε να το καταστήσω έγκυρο και να δηλώσω ότι αναγνωρίζω την αλήθεια, την εγκυρότητα των αναγραφομένων ή την εκ μέρους μου γνώση και συμφωνία με αυτά· βάζω την υπογραφή μου
  2. προσθέτω (εντύπως) το όνομά μου ή το ψευδώνυμό μου σε τυπωμένο κείμενο, ώστε να δηλώσω ότι είμαι ο συγγραφέας του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]