φιλαυτία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλαυτία φιλαυτίες
γενική φιλαυτίας φιλαυτιών
αιτιατική φιλαυτία φιλαυτίες
κλητική φιλαυτία φιλαυτίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλαυτία < αρχαία ελληνική φιλαυτία < φίλαυτος < φίλος + ἑαυτοῦ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλαυτία θηλυκό

  • η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας που συνεπάγεται την αδιαφορία για τις ανάγκες των άλλων

«τὸ δὲ φίλαυτον εἶναι ψέγεται δικαίως· οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο τὸ φιλεῖν ἑαυτόν, ἀλλὰ τὸ μᾶλλον ἢ δεῖ φιλεῖν, καθάπερ καὶ τὸ φιλοχρήματον, ἐπεὶ φιλοῦσί γε πάντες ὡς εἰπεῖν ἕκαστον τῶν τοιούτων». Αριστοτέλης «Πολιτικά» 1263b, 5

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]