φιλαυτία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλαυτία φιλαυτίες
γενική φιλαυτίας φιλαυτιών
αιτιατική φιλαυτία φιλαυτίες
κλητική φιλαυτία φιλαυτίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλαυτία < αρχαία ελληνική φιλαυτία < φίλαυτος < φίλος + ἑαυτοῦ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλαυτία θηλυκό

  • η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας που συνεπάγεται την αδιαφορία για τις ανάγκες των άλλων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]