φραγκάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φραγκάκι φραγκάκια
γενική
αιτιατική φραγκάκι φραγκάκια
κλητική φραγκάκι φραγκάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φραγκάκι < φράγκο + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φραγκάκι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε φράγκο