φωτοτσιγκογραφία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωτοτσιγκογραφία < φωτο- + τσιγκο(ς) + -ο- + -γραφία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική photozincography)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωτοτσιγκογραφία θηλυκό
- (εκτύπωση, παρωχημένο) φωτογραφική και τυπογραφική μέθοδος του 19ου αιώνα που χρησιμοποιούσε ψευδάργυρο για την αναπαραγωγή εικόνων και χειρογράφων με ακρίβεια, κυρίως για χαρτογραφικούς και αρχαιολογικούς σκοπούς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωτοτσιγκογραφία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα φωτο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γραφία (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Εκτύπωση (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)