φωτοφοβία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτοφοβία φωτοφοβίες
γενική φωτοφοβίας φωτοφοβιών
αιτιατική φωτοφοβία φωτοφοβίες
κλητική φωτοφοβία φωτοφοβίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτοφοβία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photophobie < φῶς + φoβία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτοφοβία θηλυκό

  • η έντονη αντίδραση μερικών ανθρώπων στο φως και ο λόγος για τον οποίο πολλοί παθαίνουν ημικρανίες ή που οι ημικρανίες τους επιδεινώνονται όταν εκθέτουν τα μάτια τους σε έντονο φως


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]