χαντζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : χατζής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαντζής χαντζήδες
γενική χαντζή χαντζήδων
αιτιατική χαντζή χαντζήδες
κλητική χαντζή χαντζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαντζής < χανιτζής με συγκοπή του "ι"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαντζής αρσενικό

  • ιδιοκτήτης χανιού (πανδοχείου του 19ου αιώνα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]