χαρτούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρτούρα < χαρτί + -ούρα (< λατινική -ura)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαρτούρα χαρτούρες
γενική χαρτούρας
αιτιατική χαρτούρα χαρτούρες
κλητική χαρτούρα χαρτούρες

χαρτούρα θηλυκό

  • πλήθος εγγράφων, χαρτομάνι, συνήθως για χαρτιά που πιθανόν να μην είναι απαραίτητα, σιγουρα πάντως για χαρτιά, έγγραφα, βιβλία που είναι συγκεντρωμένα σε μεγαλύτερο αριθμό από τον ανεμενόμενο, περισσότερα από το κανονικό

Παρεμφερείς όροι[επεξεργασία]

  • κυβερνοσαβούρα (άχρηστοι ή χαμηλής χρησιμότητας ιστότοποι, σύνδεσμοι κτλ. που συνήθως σε εμποδίζουν να βρεις κάτι χρήσιμο)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]