χουζουρλού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χουζουρλού οι χουζουρλούδες
      γενική της χουζουρλούς των χουζουρλούδων
    αιτιατική τη χουζουρλού τις χουζουρλούδες
     κλητική χουζουρλού χουζουρλούδες
Κατηγορία όπως «αλεπού» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χουζουρλού < χουζουρλής + κατάληξη θηλυκού -ού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χουζουρλού θηλυκό (αρσενικό: χουζουρλής)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]