Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρεμετισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χρεμετισμός οι χρεμετισμοί
      γενική του χρεμετισμού των χρεμετισμών
    αιτιατική τον χρεμετισμό τους χρεμετισμούς
     κλητική χρεμετισμέ χρεμετισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρεμετισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρεμετισμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xɾe.me.tiˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : χρε‐με‐τι‐σμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χρεμετισμός αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ χρεμετισμός οἱ χρεμετισμοί
      γενική τοῦ χρεμετισμοῦ τῶν χρεμετισμῶν
      δοτική τῷ χρεμετισμῷ τοῖς χρεμετισμοῖς
    αιτιατική τὸν χρεμετισμόν τοὺς χρεμετισμούς
     κλητική ὦ! χρεμετισμέ χρεμετισμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χρεμετισμώ
γεν-δοτ τοῖν  χρεμετισμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρεμετισμός < χρεμετίζω, χρεμετισ- + -μός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χρεμετισμός, -οῦ αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]