χρηματολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρηματολογία < χρήματ(ος) + -ο- + -λογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χρηματολογία θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματολογώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρηματολογία
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- χρηματολογία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)