Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀγυιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἀγυιά αἱ ἀγυιαί
      γενική τῆς ἀγυιᾶς τῶν ἀγυιῶν
      δοτική τῇ ἀγυιᾷ ταῖς ἀγυιαῖς
    αιτιατική τὴν ἀγυιάν τὰς ἀγυιάς
     κλητική ὦ! ἀγυιά ἀγυιαί
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀγυιά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄγυια, με σπάνια μορφή ἀγυιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀγυιά θηλυκό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]