ἀδολεσχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀδολεσχία ἀδολεσχία ἀδολεσχίαι
Γενική ἀδολεσχίας ἀδολεσχίαιν ἀδολεσχιῶν
Δοτική ἀδολεσχί ἀδολεσχίαιν ἀδολεσχίαις
Αιτιατική ἀδολεσχίαν ἀδολεσχία ἀδολεσχίας
Κλητική ἀδολεσχία ἀδολεσχία ἀδολεσχίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀδολεσχία < ἀδολέσχης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀδολεσχία θηλυκό

  1. αδολεσχία, πολυλογία, φλυαρία
  2. ικανότητα για φιλοσοφικές, λεπτές και βαθυστόχαστες σκέψεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]