φλυαρία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φλυαρία | οι | φλυαρίες |
| γενική | της | φλυαρίας | των | φλυαριών |
| αιτιατική | τη | φλυαρία | τις | φλυαρίες |
| κλητική | φλυαρία | φλυαρίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φλυαρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλυαρία < φλύαρος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fli.aˈɾi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φλυ‐α‐ρί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φλυαρία θηλυκό
- το να λέει κανείς πολλά και συνήθως περιττά ή ανούσια πράγματα
- ※ Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία. (Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη, 1996)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]συνώνυμα και συναφή
- αδολέσχημα
- αδολεσχία
- αερολογία
- αθυρογλωσσία
- αθυροστομία
- ακριτοέπεια
- ακριτολογία
- ακριτομυθία
- αμετροέπεια
- αμετρολογία
- ανεμολογία
- απεραντολογία
- αργολογία
- ασιγησία
- ασωπασιά
- βαττολογία
- βερμπαλισμός
- γκεβεζιλίκι
- γλωσσάλγημα
- γλωσσαλγία
- γλωσσοκοπία
- γλωσσοκοπιά
- κενολογία
- ληρολογία
- λίμα
- λογοδιάρροια
- λογοκοπία
- λογόρροια
- μακρηγορία
- μακρολογία
- ματαιολογία
- μπλαμπλά
- μπουρ μπουρ
- μπούρου μπούρου
- μωρολογία
- οίστρος
- παραλήρημα
- παραμιλητό
- πάρλα
- περιττολογία
- πλατυρρημοσύνη
- πολυλαλία
- πολυλαλιά
- πολυλογία
- στωμυλία
- υπερομιλητικότητα
- φαφλατάρισμα
- φαφλατιά
- φληνάφημα
- φλυάρημα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φλύαρος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φλυαρία
Πηγές
[επεξεργασία]- φλυαρία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | φλυαρίᾱ | αἱ | φλυαρίαι |
| γενική | τῆς | φλυαρίᾱς | τῶν | φλυαριῶν |
| δοτική | τῇ | φλυαρίᾳ | ταῖς | φλυαρίαις |
| αιτιατική | τὴν | φλυαρίᾱν | τὰς | φλυαρίᾱς |
| κλητική ὦ! | φλυαρίᾱ | φλυαρίαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φλυαρίᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | φλυαρίαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φλυαρία θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «φλύαρος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- φλυαρία - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φλυαρία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)