οίστρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οίστρος οίστροι
γενική οίστρου οίστρων
αιτιατική οίστρο οίστρους
κλητική οίστρε οίστροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οίστρος < αρχαία ελληνική οἶστρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.stɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οίστρος αρσενικό

  1. (ζωολογία) είδος δίπτερων εντόμων που ενοχλούν, τρελαίνουν ορισμένα ζώα
    συνώνυμα: μύγαδείτε τη λέξη:  αλογόμυγα, βοϊδόμυγα
  2. πνευματική και ψυχική διέγερση
    συνώνυμα: δημιουργικότητα, έμπνευση, ενθουσιασμός, έξαρση
  3. (βιολογία) το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την ωορρηξία των θηλαστικών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]