έμπνευση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμπνευση εμπνεύσεις
γενική έμπνευσης
& εμπνεύσεως
εμπνεύσεων
αιτιατική έμπνευση εμπνεύσεις
κλητική έμπνευση εμπνεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμπνευση < ελληνιστική κοινή ἔμπνευσις < αρχαία ελληνική ἐμπνέω < ἐν + πνέω < ινδοευρωπαϊκή *pnew- (πνέω) (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική inspiration)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛm.bnɛf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμπνευση θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]