έξαρση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έξαρση εξάρσεις
γενική έξαρσης
& εξάρσεως
εξάρσεων
αιτιατική έξαρση εξάρσεις
κλητική έξαρση εξάρσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξαρση < ελληνιστική κοινή ἔξαρσις < αρχαία ελληνική ἐξαίρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έξαρση θηλυκό

  1. σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του
    • Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)
    • μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό
  2. η ενέργεια του εξαίρω
  3. η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου
    η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]