έξαρση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έξαρση εξάρσεις
γενική έξαρσης
& εξάρσεως
εξάρσεων
αιτιατική έξαρση εξάρσεις
κλητική έξαρση εξάρσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξαρση < μεταγενέστερη ελληνική ἔξαρσις < ἐξαίρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έξαρση θηλυκό

  • σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του
μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό
  • η ενέργεια του εξαίρω
  • η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου
    η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]