ἀλήθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀλήθει αἱ ἀλήθειαι
      γενική τῆς ἀληθείᾱς τῶν ἀληθειῶν
      δοτική τῇ ἀληθεί ταῖς ἀληθείαις
    αιτιατική τὴν ἀλήθειᾰν τὰς ἀληθείᾱς
     κλητική ! ἀλήθει ἀλήθειαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀληθεί
γεν-δοτ τοῖν  ἀληθείαιν
1η κλίση όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀλήθεια < ἀληθής < ἀ- στερητικό + λήθη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀλήθεια θηλυκό

  1. η αλήθεια
  2. η ειλικρίνεια

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]