Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπόμακτρον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἀπόμακτρον τὰ ἀπόμακτρᾰ
      γενική τοῦ ἀπομάκτρου τῶν ἀπομάκτρων
      δοτική τῷ ἀπομάκτρῳ τοῖς ἀπομάκτροις
    αιτιατική τὸ ἀπόμακτρον τὰ ἀπόμακτρᾰ
     κλητική ὦ! ἀπόμακτρον ἀπόμακτρᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀπομάκτρω
γεν-δοτ τοῖν  ἀπομάκτροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπόμακτρον < ἀπομάσσω, ἀπομακ- + -τρον. Μορφολογικά, ἀπό- + μάκτρον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀπόμακτρον ουδέτερο

  • η απομάκτρα, ξύλινη σκυτάλη με την οποία ίσιωναν το σιτάρι στο σωστό ύψος ώστε να ζυγιστεί