ἄθυρμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άθυρμα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄθυρμα ἀθύρματε ἀθύρματα
Γενική ἀθύρματος ἀθυρμάτοιν ἀθυρμάτων
Δοτική ἀθύρματι ἀθυρμάτοιν ἀθύρμασι
Αιτιατική ἄθυρμα ἀθύρματε ἀθύρματα
Κλητική ἄθυρμα ἀθύρματε ἀθύρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄθυρμα < → δείτε τις λέξεις: ἀθύρω και -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄθυρμα ουδέτερο

  1. το παιχνίδι, αντικείμενο που χρησιμοποιείται από παιδιά για να παίξουν