άθυρμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άθυρμα αθύρματα
γενική αθύρματος αθυρμάτων
αιτιατική άθυρμα αθύρματα
κλητική άθυρμα αθύρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άθυρμα < αρχαία ελληνική ἄθυρμα < ἀθύρω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άθυρμα ουδέτερο

  1. το αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να παίξουμε, το παιχνίδι
  2. (μεταφορικά) ο άνθρωπος που δεν έχει πρωτοβουλία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως μεταφορικά και συνήθως μειωτικά.
  • Σημαίνει επιδεικτική ασημαντότητα
  • Οι μεγάλοι γίνονται αθύρματα, όταν άγονται και φέρονται από άλλους ανθρώπους. Οι πολίτες αθύρματα δημαγωγών, οι πολιτικοί αθύρματα των ψηφοφόρων κι ο καθένας μας γίνεται άθυρμα χωρίς βούληση εκείνων που αφήνει να τον παρασύρουν. Πολλοί από εμάς αθύρματα των παθών και της μοίρας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

αγγλικά: gewgaw