έρμαιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έρμαιο τα έρμαια
      γενική του έρμαιου των έρμαιων
    αιτιατική το έρμαιο τα έρμαια
     κλητική έρμαιο έρμαια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έρμαιο < απόδοση στο μονοτονικό της λέξης ἕρμαιο < αρχαία ελληνική ἕρμαιον< Ερμής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έρμαιο ουδέτερο

  1. κάθε τι αδέσποτο, που δεν καθορίζει την τύχη του (άνθρωπος ή αντικείμενο)
  2. (με γενική) κάθε τι του οποίου κάποιος ή κάτι άλλο καθορίζει τη μοίρα του
    είναι έρμαιο των αποφάσεών του, της τύχης του, των κυμάτων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]