ἄκαρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άκαρι

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἄκαρι ἀκάρει ἀκάρη/
(ἀκάρεα)
Γενική ἀκάρεως ἀκαρέοιν ἀκάρεων
Δοτική ἀκάρει ἀκαρέοιν ἀκάρεσι(ν)
Αιτιατική ἄκαρι ἀκάρει ἀκάρη/
(ἀκάρεα)
Κλητική ἄκαρι ἀκάρει ἀκάρη/
(ἀκάρεα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄκαρι ουδέτερο

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

αναζήτηση λέξεων στη Βικιθήκη:

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

Λίντελ, Χένρυ Τζωρτζ. Σκοτ, Ρόμπερτ. Ελληνοαγγλικό Λεξικό [αρχαία ελληνικά] πλήρως αναθεωρημένο και εμπλουτισμένο από τον σερ Χένρυ Στιούαρτ Τζόουνς με την αρωγή του Ρόντερικ ΜακΚένζι. (στα αγγλικά) Οξφόρδη: Clarendon Press, 1940. Συντομογραφία: LSJ (Λίντελ-Σκοτ-Τζόουνς)
όπως στο διαδικτυακό ΛΟΓΕΙΟΝ
  • η μορφή της λέξης υπάρχει στο Λεξικό Liddell Scott, έκδοση Κωνσταντινίδη, τόμος Α, σελίδα 180 @books.google που όμως παραπέμπει σε κείμενο του Αριστοτέλη με τη μορφή ἀκαρί