ἄπειρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄπειρος < αρχαία ελληνική ἄπειρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄπειρος, ος, ον



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄπειρος < αρχαία ελληνική ἄπειρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄπειρος

  • το επίθετο άπειρος (χωρίς εμπειρία) αντικαταστάθηκε μάλλον πλήρως από το ἀπείραστος, ενώ το ουδέτερο του άπειρος ουσιαστικοποιήθηκε (το ἄπειρον) και ως εμπρόθετο έγινε αφηρημένο ουσιαστικό για την απειρία
τό ἄπειρον τοῦ ἔρωτος (η έλλειψη εμπειρίας στα ερωτικά)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄπειρος

ὑπεράπειρος στα πλούτη


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • το ἄπειρον ως επίρρημα για το "πάρα πολύ" (δουλεύειν ἄπειρον δουλεύει ασταμάτητα)



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄπειρος < α στερητικό + πεῖρα για την πρώτη έννοια του μη έμπειρου και πιθανόν + πεῖραρ ή πέρας για την δεύτερη έννοια του αχανούς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄπειρος, ος, ον

  1. (με γενική) άπειρος, χωρίς την εμπειρία, το βίωμα, που δεν έχει δοκιμάσει, γευθεί κάτι, που δεν έλαβε γνώση, δεν εξοικειώθηκε, χωρίς ιδιαίτερη πείρα, ασυνήθιστος σε κάτι, άμαθος
    ἄπειρος ἄθλων, καλῶν, κακότητος, τυράννων, τῆς ναυτικῆς, πόνων, νόσων, γνώμης, δικῶν, πολέμων, τοῦ μεγέθους τῆς νήσου, γραμμάτων
    ἄπειρος ἄλλων ἀνδρῶν (για κορίτσι που δεν είχε ερωτικές σχέσεις με άλλον άνδρα πριν από τον σύζυγό της)
    ἄπειρος λέχους ὤν
  2. ο απολύτως αδαής, αμαθής, που δεν έχει ιδέα για κάτι
    γλυκὺ δ᾽ ἀπείροισι πόλεμος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄπειρος, ος, ον

  1. άπειρος, χωρίς τέλος και πιθανόν χωρίς αρχή
    χρόνος ἄπειρος
  2. η πρώτη αρχή, η αρχή των πάντων (ειδικά στον Αναξίμανδρο)
    τό ἄπειρον
  3. εξαιρετικά μεγάλος αριθμός, αναρίθμητος
  4. σε πολύ μεγάλο βαθμό, σε ανυπολόγιστο σημείο
    εἰς ἄπειρον τὴν ἀδικίαν αὐξάνειν

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄπειρος

  • .. λάβε σὺν Δαναοῖς εὐρεῖαν ἄπειρον (:...θα κατακτούσε την μεγάλη ήπειρο μαζί με τους Δαναούς -Πίνδαρος)
  • με κεφαλαίο, δωρικός τύπος της λέξης Ἤπειρος για την βορειοδυτική Ελλάδα