αναρίθμητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναρίθμητος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]αναρίθμητος
- που δεν έχει αριθμό, που δεν μπορεί να μετρηθεί
- ※ Ο μπουφές ήταν γεμάτος νοστιμιές που κινούνταν στο όριο του αχρείαστου, όπως τα τρία είδη γουακαμόλε, τα σάντουιτς από δύο διαφορετικούς τύπους ντόπιου χειροποίητου ψωμιού και τα αναρίθμητα λουκάνικα. (Άρης Αλεξανδρής, Τρία επί ψυχής, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αναρίθμητος