Ἄβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἄβ αἱ Ἄβαι
      γενική τῆς Ἄβης τῶν Ἀβῶν
      δοτική τῇ Ἄβ ταῖς Ἄβαις
    αιτιατική τὴν Ἄβᾰν τὰς Ἄβᾱς
     κλητική ! Ἄβ Ἄβαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἄβ
γεν-δοτ τοῖν  Ἄβαιν
1η κλίση όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἄβα < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἄβα θηλυκό

  1. (μυθολογία) νύμφη, ερωμένη του Ποσειδώνα, μητέρα του Εργίσκου, ιδρυτή της Εργίσκης
  2. κόρη του Ζηνοφάνους, βασίλισσα της Όλβης, στη Κιλικία.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]